Νεκρομαντείο του Αχέροντα

Η ανάγκη του ανθρώπου να προβλέψει το μέλλον του -σε μια προσπάθεια να κατευθύνει τη μοίρα του και να προλάβει το «κακό»- είναι σχεδόν τόσο παλιά, που θα λέγαμε ότι ανάγεται στην εποχή που έκανε το πρώτο του βήμα σε δυο μόνο πόδια. Οι γραπτές πηγές μας, ξεκινώντας από τον Όμηρο, μαρτυρούν ότι καμία σοβαρή ενέργεια, όπως π.χ. μια πολεμική εκστρατεία του μεγέθους που οδήγησε στον Τρωικό Πόλεμο ή και η ίδρυση μιας αποικίας στους αρχαϊκούς χρόνους δεν διανοούνταν πριν συμβουλευτούν ένα μάντη. Ο Κάλχας και ο Τειρεσίας σαφώς καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις σε ένα άτυπο top 10 ανθρώπων με «κληρονομικό χάρισμα».

Τα λατρευτικά ιερά της αρχαιότητας, όπου οι αρχαίοι Έλληνες με σπονδές, χοές και θυσίες επιχειρούσαν να εξευμενίσουν τους εξανθρωπισμένους θεούς τους και κοινώς να τους «φέρουν στα νερά τους» είναι διάσπαρτα στην ελληνική επικράτεια.

Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν τα Μαντεία, όπως εκείνα των Δελφών και τη Δωδώνης, όπου οι αρχαίοι Έλληνες απευθύνονταν στους θεούς τους, το Δία και τον Απόλλωνα αντίστοιχα, για συμβουλές.


Χρησμούς όμως δε ζητούσαν οι αρχαίοι μόνο από τους θεούς αλλά και από τους προσφιλείς τους νεκρούς, οι ψυχές των οποίων, άυλες σκιές, τριγυρνούσαν αέναα στο υποχθόνιο βασίλειο του Πλούτωνα, στα έγκατα της Αχερουσίας λίμνης.

Η λίμνη σήμερα μπορεί να μην υπάρχει πια, καθώς έχει αποξηρανθεί και τη θέση της καταλαμβάνουν καταπράσινοι αγροί ,αλλά το Νεκρομαντείο του Αχέροντα στέκεται περήφανο και σχεδόν αλώβητο στο βράχινο λόφο, στη βορειοδυτική νοητή κοίτη της λίμνης. Ανασκάφτηκε μόλις το 1958, 500 μόλις μέτρα από τα ερείπια της μυκηναϊκής Εφύρας, που η ακμή της ανάγεται στα τέλη της Εποχής του Χαλκού, 14ος-13ος αι. π.Χ.

Νεκυομαντείο είναι η αρχαιοελληνική του ονομασία από τη λέξη νέκυς που σημαίνει νεκρός. Εξάλλου όλα σχεδόν τα ονόματα που συνδέονται με τις μυθολογικές αναφορές του τόπου ως τελευταία κατοικία των ψυχών ανάγονται σε μακάβριες περιγραφές.

Στην Αχερουσία λίμνη χυνόντουσαν τρεις ποταμοί: ο Αχέροντας (= χωρίς χαρά ή κατά μία άλλη έννοια «άχος»=θλίψη και, κατά συνέπεια, η θλίψη που προκαλεί ο θάνατος), ο Μαύρος Κωκυτός (=θρήνος) και ο Βωβός Πυριφλεγέθων (=πύρινος), ο οποίος δεν υπάρχει πια. Τα ονόματα και των τριών παραπέμπουν στο βαρύ πένθος αλλά και σε πύρινη κόλαση, όπου μόνιμοι συνοδοιπόροι των ψυχών-σκιών ήταν πλέον ο θρήνος, η βαρυγκώμια, η ζοφερή ατμόσφαιρα με την οποία έπρεπε να συμφιλιωθούν.

Η ίδια η Αχερουσία λίμνη περιγράφεται στις αρχαίες πηγές ως μαύρη και σκοτεινή, παγωμένη, στα νερά της οποίας δεν επιβίωνε τίποτα έμβιο. Περικυκλωμένη από καλαμιές και μόνιμα καλυμμένη από βαριά ομίχλη προϊδέαζε και τον πιο κυνικό επισκέπτη ότι κάπως έτσι θα έμοιαζαν οι πύλες του Κάτω Κόσμου.

Στην Αχερουσία λίμνη κατεύθυνε τις ψυχές ο βαρκάρης-Χάρος, τις οποίες είχε παραλάβει από τις όχθες του Αχέροντα και μόνο αφού είχε εισπράξει το οφειλόμενο αντίτιμο για τις υπηρεσίες και το πορθμείο του. Αντίτιμο το οποίο είχαν φροντίσει συνετά οι συγγενείς του νεκρού να τοποθετήσουν σε μορφή οβολού στη γλώσσα του κεκοιμημένου. Τυχόν παράλειψή του εξαιτίας ίσως απροσεξίας ή βιασύνης είχε το τραγικό αποτέλεσμα η ψυχή να περιπλανιέται αιώνια στις όχθες του Αχέροντα και να μη βρίσκει αναπαμό.

Κι αν χαρακτηρίσουμε απλώς ως μια πρώτη εντύπωση το διάπλου του Αχέροντα μέχρι τη σκοτεινή Αχερουσία τότε οι σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες που επεφύλασσαν οι ιερείς του Νεκρομαντείου σε όσους επιθυμούσαν διακαώς να επικοινωνήσουν με τους αγαπημένους τους ήταν σίγουρα μοναδικές.

Το Νεκρομαντείο, το οποίο σήμερα δεσπόζει πάνω από το χωριουδάκι Μεσοπόταμος του δήμου Φαναρακίου, στο νομό της Πρέβεζας, είναι χτισμένο στον πέτρινο λόφο του Ξυλόκαστρου, ύψους 40 μέτρων ενώ κατά την περίοδο της μεγάλης του ακμής (5ος-4ος αι. π.Χ.) περιβαλλόταν από ένα τρίμετρο τείχος.

Στα ισόγεια κτίσματά του βρίσκονται όλοι οι απαραίτητοι χώροι για την εύρυθμη λειτουργία του Νεκρομαντείου: τα ενδιαιτήματα των ιερέων και του υπόλοιπου προσωπικού, αποθήκες και χώροι υποδοχής. Εδώ ουσιαστικά σταματούσε και κάθε επαφή με την πραγματικότητα, κάτι που επεδίωκαν με ζήλο οι ιερείς του ναού.

Γιατί αν όπως γνωρίζουμε σήμερα π.χ. η Πυθία έπρεπε απαραιτήτως να μασήσει φύλλα δάφνης και να αναρροφήσει μυστηριώδεις καπνούς ψυχοτρόπων καιόμενων βοτάνων, προκειμένου να πέσει σε έκσταση και να «μεταφέρει» το χρησμό του Απόλλωνα, στο Νεκρομαντείο ήταν οι ίδιοι οι επισκέπτες που ουσιαστικά έκαναν όλοι τη σκληρή δουλειά.

Αρχικά απομονώνονταν και υποβάλλονταν σε αυστηρή δίαιτα, η οποία εκτός από όστρακα, χοιρινό και κριθαρένιο ψωμί, που σαφώς μας παραπέμπει σε νεκρόδειπνο υποβάλλονταν και σε υποχρεωτική σίτιση με κουκιά και λούπινα, τα οποία εκτός από μια ελαφριά δηλητηρίαση με κυάνωση τους προκαλούσε και παραισθήσεις αφού σταδιακά έχαναν την συνειδητή επαφή τους τόσο με τον εαυτό τους όσο και με την πραγματικότητα.

Όταν η κατάσταση τους άγγιζε το επιθυμητό για τους ιερείς επίπεδο τότε οδηγούνταν στα έγκατα του Νεκρομαντείου, κατεβαίνοντας μία πέτρινη απότομη σκάλα και μέσω ενός δαιδαλώδους διαδρόμου, σκοτεινού και υγρού, το οποίο διέκοπταν σιδερένιες πύλες -προφανώς για να επιτείνουν την αίσθηση ότι βρίσκονται όσο εγγύτερα γίνεται στο υποχθόνιο βασίλειο του Άδη- έφταναν στην κεντρική αίθουσα.

Πρόσφατες μελέτες έχουν αποδείξει ότι πρόκειται για ένα θαύμα της ακουστικής, καθώς πρόκειται για μια εξαιρετικά ανηχοϊκή αίθουσα, στην οποία καταλήγει ένας διάδρομος με πυκνά, πέτρινα τόξα που ξεκινούν από το πάτωμα. Εκεί οι επισκέπτες αφού έχυναν στο δάπεδο αίμα, προκειμένου να ξεδιψάσουν οι νεκροί αλλά κυρίως να τους αναγνωρίσουν, συνομιλούσαν μαζί τους πρόσωπο με πρόσωπο, ή περίπου. Πως; Υπολείμματα γραναζιών, που βρέθηκαν στις ανασκαφές, μας δείχνουν ότι οι ιερείς διαχειρίζονταν εξειδικευμένα μηχανήματα προκειμένου να ανεβοκατεβάζουν στο βωμό είδωλα, που αναπαριστούσαν ανθρώπινες μορφές.

Όσο για τις απαραίτητες χοές, με τη μορφή του αίματος, έχουμε τη μαρτυρία του Ομήρου, ο οποίος στην Οδύσσεια, στη ραψωδία λ’ «νεκυία», περιγράφει την κατάβαση του Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο με σκοπό, μετά από παρότρυνση της μάγισσας Κίρκης, να πάρει χρησμό από το μάντη Τειρεσία για το ταξίδι της επιστροφής του. Εκεί συναντήθηκε και με τη μητέρα του, η οποία τον αναγνώρισε μόνο αφότου έχυσε αίμα στο χώμα.

Ωστόσο ο Οδυσσέας δεν ήταν ο μόνος θνητός που πέρασε τις πύλες του Άδη και επέστρεψε ξανά στη Γη. Πιο τραγική περίπτωση αποτελεί εκείνη του Ορφέα ο οποίος κατάφερε να μπει στο βασίλειο του Πλούτωνα αφού μάγεψε τον τρικέφαλο Κέρβερο που φυλούσε τις πύλες του, προκειμένου να διεκδικήσει από τους υποχθόνιους θεούς την αγαπημένη του Ευρυδίκη. Δυστυχώς η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα λόγια της Περσεφόνης τον ανάγκασε να φύγει με άδεια χέρια και με πιο δυστυχισμένη καρδιά απ’ ότι έφτασε.

Τον Κάτω Κόσμο επισκέφτηκε ζωντανός και ο Ηρακλής, προκειμένου να εκπληρώσει το 12ο και τελευταίο άθλο που του επέβαλλε ο Ευρυσθέας: να του φέρει στα πόδια του τον τρομερό Κέρβερο. Αυτός πιο τυχερός ολοκλήρωσε την αποστολή του χωρίς ωστόσο και ο Ευρυσθέας να εκπληρώσει την υπόσχεση του. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Αλλά κι εμείς για την ιστορία δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφέρουμε τον άλλον ήρωα, το Θησέα, ο οποίος είχε το διακαή πόθο να παντρευτεί θεοκόρη και αποφάσισε αυτή να είναι η Περσεφόνη. Έκανε λοιπόν το ταξίδι με το φίλο του Πειρίθο αλλά γύρισαν με άδεια χέρια. Κάποιες φορές βέβαια οι λόγοι δεν ήταν και τόσο ρομαντικοί, π.χ. οι απεσταλμένοι του Κορίνθιου τυράννου Περίανδρου είχαν αποστολή να συναντήσουν τη γυναίκα του Μέλισσα και να μάθουν που ήταν κρυμμένος ένας αμύθητος θησαυρός.

Οι άνθρωποι λοιπόν εξέφραζαν σε εκείνη την ανηχοϊκή, όπως τη χαρακτηρίσαμε, αίθουσα -η οποία σου έδινε την εντύπωση ότι στεκόσουν στο κενό, ενώ οι ήχοι τριγυρνούσαν όπως και όταν φωνάζεις πάνω από έναν γκρεμό, κι ας επρόκειτο απλώς για μια υπόγεια και στενή αίθουσα- τα αιτήματα τους προς του νεκρούς, λάμβαναν τις κατάλληλες απαντήσεις από τους καλά πληροφορημένους, κατά τα φαινόμενα ιερείς, και αποχωρούσαν διασχίζοντας άλλο δρόμο, προκειμένου να μη συναντηθούν με όσους έπονταν.

Εξάλλου ακόμα και η παραμικρή νύξη τόσο περί των μυστηρίων που λάμβαναν χώρα στο Νεκρομαντείο όσο και περί των χρησμών θεωρούνταν ύβρις και, θεωρητικά, επίσειε την ποινή του θανάτου.

Σήμερα ο επισκέπτης σαφώς και δεν υποβάλλεται σε αυτές τις διαδικασίες αλλά ωστόσο το ίδιο το μέρος, το τοπίο με τους καταπράσινους αγρούς που εκτείνονται στον ορίζοντα, η αύρα που εκπέμπει σε καθηλώνει. Οι πύλες για τον κόσμο των νεκρών μπορεί τελικά να βρίσκονται κάπου αλλού ή απλώς να μετακόμισαν μετά την αποξήρανση της Αχερουσίας λίμνης.


ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ ΤΟΥ ΑΧΕΡΟΝΤΑ - ΝΟΜΟΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ